Rory Gallagher - Δισκογραφία

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010


Το πρώτο άλμπουμ του Rory δεν έχει τίτλο. Μονάχα το όνομά του. Το εξώφυλλο είναι μαγικό. Εκείνη την εποχή τα περιοδικά μιλάνε για τον κιθαρίστα που παίζει rock και μοιάζει με αρχαίο έλληνα θεό. Ξεχωρίζουν πολλά τραγούδια όπως το Laundromat, το I Fall Apart και το For The Last Time. Σήμερα κατηγορείται που επέμενε να κάνει ο ίδιος την παραγωγή με αποτέλεσμα ο ήχος να είναι φτωχός. Ο Rory ξεκίνησε και από την αρχή άρχισε να δείχνει τις προθέσεις του. Η μουσική που τον αφορούσε θα ήταν προσωπική υπόθεση. Στο εξής θα ήταν ο κύριος δημιουργός και θα διασκεύαζε μόνον κλασσικά blues. Στις ηχογραφήσεις του θα προσθέσει όσες κιθάρες έκρινε ότι χρειάζονται, ενώ δεν θα φοβηθεί να παίξει μέχρι και σαξόφωνο (Can’t Believe It’s True).

Πριν το τέλος του 1971 θα κυκλοφορήσει και δεύτερο άλμπουμ με τίτλο Deuce. Τα περισσότερα κομμάτια του δίσκου ηχογραφήθηκαν αμέσως μετά από συναυλίες ώστε να πετύχει την ενέργεια της ζωντανής εμφάνισης. Περνάει από τις ηλεκτρικές στις ακουστικές κιθάρες με ευκολία και δεν διστάζει να πειραματιστεί με ανοικτά κουρδίσματα. Κορυφαία κομμάτια του δίσκου τα I’m not Awake Yet, Crest Of A Wave και Used to Be.
To 1972 βρήκε τον Rory να περιοδεύει στην Ευρώπη. Η φήμη του είχε αρχίσει να εξαπλώνεται, κυρίως λόγω των τρίωρων συναυλιών που έδινε σε κλαμπ, σε αμφιθέατρα και σε πλατείες. Έτσι το live που κυκλοφόρησε τον Μάιο του ’72 δικαίως συγκαταλέγεται στα κορυφαία άλμπουμ του. Εκεί για πρώτη φορά ηχογραφεί παραδοσιακά τραγούδια, δίνοντας το δικό του τόνο, όπως το Bullfrog Blues και το I Could’ve Have Religion, ενώ διασκευάζει το Messin’ With the Kid του Mel London και το Pistol Slapper Blues του Fulton Allen, τραγούδια που ακούγονται στις περισσότερες ζωντανές εμφανίσεις του και το κοινό έχει πλέον ταυτίσει μαζί του. Άξια αναφοράς είναι και τα In Your Town και Going To My Hometown, με τον Rory να παίζει μαντολίνο. Ο δίσκος αυτός θα είναι και ο καταλύτης για τη βράβευσή του από το περιοδικό Melody Maker ως ο κιθαρίστας της χρονιάς, αφήνοντας πίσω ονάματα όπως ο Clapton, ο Beck και ο Page.
Τον Φεβρουάριο του 1973, με διαφορετικό πλέον ντράμερ τον Rod De’Ath, αλλά και έχοντας για πρώτη φορά τον Lou Martin στα πλήκτρα, ξεκινά η πιο πετυχημένη πορεία του με το Blueprint. Στο εξώφυλλο του δίσκου φαίνεται αμυδρά το ηλεκτρονικό σχέδιο από έναν Stramp ενισχυτή που σχεδιάστηκε στο Αμβούργο για τον Rory. Ξεχωρίζουν κομμάτια όπως τα Walk On Hot Coals και Daughter Of The Everglades καθώς και άλλη μια διασκευή, το Banker’s Blues του Big Bill Broonzy. Ο δίσκος αυτός είναι ο προπομπός των όσων θα ακολουθήσουν αργότερα αφού εγκαταλείποντας το κλασικό τριμελές σχήμα γεμίζει περισσότερο ο ήχος ενώ φαίνεται πως αυτό θα βοηθήσει και δημιουργικά αφού θα ακολουθήσουν σπουδαία τραγούδια.
Την ίδια χρονιά, τον Αύγουστο, θα κυκλοφορήσει το Tattoo. Σπουδαίο, μεγαλοφυές, μοναδικό. Εκεί τόσο δημιουργικά όσο και εκτελεστικά ο Rory και η μπάντα του κάνουν το καλύτερο. Το Tatoo’d Lady συγκαταλέγεται στα κορυφαία τραγούδια εκείνης της δεκαετίας, το A Million Miles Away απεικονίζει την ευαισθησία και την εσωστρέφεια του Gallagher, το Livin’ Like A Trucker μοναδικό, ενώ το Who’s that Coming με την μετάβαση από την resonator στην Telecaster σε open G κούρδισμα είναι το αποκορύφωμα του bottle neck παιξίματος.
Την επιτυχία του Tatoo θα επιστεγάσει μία ακόμη μεγάλη περιοδεία αυτή τη φορά στην Ιρλανδία. Τότε ο Gallagher θα είναι και ο μοναδικός που, εν μέσω ταραχών θα παίξει στο Μπέλφαστ. Το Irish Tour που κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 1974 θα αποτυπώσει την ικανότητα του να συνδέεται με το κοινό. Ηχογραφήθηκε σε Μπέλφαστ, Δουβλίνο και Κορκ και περιέχει σπουδαίες εκτελέσεις δικών του τραγουδιών, αλλά και διασκευές όπως το As The Crow Flies του Tony Joe White. Η περιοδεία κινηματογραφήθηκε από τον Tony Palmer και σημείωσε επιτυχία όπου και αν προβλήθηκε εκείνη την εποχή.
Ένα χρόνο μετά και αλλάζοντας πλέον δισκογραφική εταιρεία, κυκλοφορεί το Against The Grain. Let Me In, Ain’t Too Good, I Take What I Want, Out On The Western Plain μερικά από τα διαμάντια αυτού του δίσκου. Είναι σαφές ότι ο ήχος του αρχίζει να γίνεται περισσότερο σκληρός και αυτό θα χαρακτηρίσει τις επόμενες δουλειές του.
Το 1976 αποφασίζει να εμπιστευτεί τον Roger Glover, μπασίστα των Deep Purple, για την παραγωγή του νέου του δίσκου Calling Card. Η μπάντα του σαν καλοδουλεμένη μηχανή απέδιδε άψογα, ενώ τα τραγούδια του χαρακτηρίζονται σήμερα ως κλασικά. Κορυφαίο και ίσως πιο γνωστό στην Ελλάδα, το Moonchild. Οι περισσότεροι το έχουν ακούσει και τους αρέσει και ας μην ξέρουν τίνος είναι. Το Do You Read Me και το Country Mile, ίσως συνθέτουν την καλύτερη εισαγωγή ενός άλμπουμ, εφάμιλλης σπουδαιότητας με άλλα κλασικά άλμπουμ όπως π.χ. το Led Zeppelin IV που ξεκινάει με το Black Dog και το Rock’n’Roll. Στα αξιοσημείωτα εκείνης της εποχής είναι η διαμάχη του Rory με την δισκογραφική εταιρεία, όταν εκείνος αρνήθηκε να αλλάξει το Edged In Blue, μικραίνοντας τη χρονική του διάρκεια, ώστε να κυκλοφορήσει σε single.
Για πρώτη φορά θα περάσει ένας χρόνος και ο Rory δεν θα κυκλοφορήσει καινούργιο δίσκο. Το 1978 όμως θα έρθει το Photo-Finish, με νέο ντράμερ τον Ted McKenna και δίχως τον Lou Martin στα πλήκτρα. Η επιστροφή σε power trio θα οδηγήσει σε ακόμα πιο σκληρό ήχο. Σχεδόν όλα τα τραγούδια από αυτή τη δουλειά επιλέγονταν συχνά για τις ζωντανές εμφανίσεις του. Τα πιο γνωστά είναι τα Shadow Play, Overnight Bag, The Last Of The Independents και Fuel To Fire. Την τεράστια επιτυχία του άλμπουμ θα ακολουθήσει μία ακόμα περιοδεία στην Αμερική με την δισκογραφική εταιρεία να τρίβει τα χέρια της. Υποσχέθηκαν λοιπόν ότι η κύρια προτεραιότητά τους θα είναι στο εξής ο Gallagher και εκείνος, για να είναι σίγουρος ότι κανείς δεν θα ξεχάσει την υπόσχεση αυτή, φρόντισε να τους το θυμίζει διακριτικά.
Ο Rory Gallagher θα ονομάσει τον επόμενο δίσκο του Top Priority. Χιούμορ, διαίσθηση ή ειρωνεία για τις υποσχέσεις που πήρε; Το αποτέλεσμα είναι καταπληκτικό. Follow Me, Philby, Bad Penny, Keychain. Για πολλούς αποτελεί το τέλος της χρυσής εποχής του Gallagher, αφού στα επόμενα 16 περίπου χρόνια της ζωής του θα κυκλοφορήσει μόνο τρεις ακόμα δίσκους παρόλο που δεν θα σταματήσει να περιοδεύει. Τα προβλήματα υγείας άρχισαν να γίνονται εμφανή και σε συνδυασμό με την στροφή της μουσικής βιομηχανίας σε διαφορετικά είδη μουσικής, θα περάσει στο περιθώριο.
Μετά από το Stage Struck του 1980 που δεν θα έχει την ανάλογη επιτυχία των δύο προηγούμενων live του, αν και παραμένει ένας σπουδαίος δίσκος, θα κυκλοφορήσει το 1982 το Jinx. Στα ντραμς πλέον θα βρεθεί ο Brendan O’Neill ενώ θα συμμετάσχει και ο σαξοφωνίστας του Dark Side Of The Moon, Dick Parry. Από τον δίσκο αυτόν θα ξεχωρίσουν κομμάτια όπως η μοναδική μπαλάντα Easy Come, Easy Go τα χαρακτηριστικά Big Guns και Ride On Red, Ride On, καθώς και η διασκευή του Nothing But The Devil του Gerry West.
Η επάνοδος του ξεκινά το 1987 με το Defender. Σε δική του εταιρεία και με πλήρη ελευθερία αποφάσεων, δημιουργεί ένα άλμπουμ που καταλήγει στην πρώτη θέση των ανεξάρτητων charts. Συμμετέχουν φίλοι από τα παλιά όπως ο Lou Martin καθώς και καινούργιοι όπως Mark Feltham, που θα παραμείνει μαζί με τον Rory ως το τέλος, στη φυσαρμόνικα.
Τον Μάιο του 1990 κυκλοφορεί το τελευταίο άλμπουμ του Rory Gallagher. Το Fresh Evidence είναι πραγματικά φρέσκο και γεμάτο από τις διαφορετικές επιρροές του. Μετά από 10 χρόνια επιστρέφει ο Lou Martin ενώ ο Mark Feltham μονομοποιείται. Πέρα από το Empire State Express του Eddie Son House που διασκευάζει ο Rory, και μάλιστα σε συνέντευξη του είχε πει ότι είχε χάσει το δίσκο με το συγκεκριμένο κομμάτι και αναγκάστηκε να το αποδώσει από μνήμης, ξεχωρίζουν τα The Loop, The King Of Zydeco, Kid Gloves και Ghost Blues. Πέρα από τις κιθάρες του θα παίξει και ηλεκτρικό σιτάρ, ένα είδος άρπας με slide (dulcimer) και μαντολίνο. Έδειχνε αναγεννημένος και δήλωνε έτοιμος να διαγράψει μια νέα πορεία.
Δυστυχώς δεν είχαμε την τύχη να απολαύσουμε έναν επόμενο δίσκο του Rory Gallagher καθώς τέσσερα χρόνια μετά τα προβλήματα υγείας δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει. Το 2003 από ανέκδοτο ακουστικό υλικό θα κυκλοφορήσει το Wheels Within Wheels με διασκευές του Juan Martin, του Robert Johnson, του Bill Monroe, δικά του αλλά και παραδοσιακά κομμάτια. Αποτελεί έναν εξαιρετικό δίσκο αν και ο δεν είχε ο ίδιος τον τελικό λόγο. Το εξώφυλλο συγκαταλέγεται ανάμεσα στα καλύτερα εξώφυλλα των δίσκων του.