Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναδημοσιεύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναδημοσιεύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Στα άδυτα της βουλής

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Αποσπάσματα από την έρευνα του Ν. Βαφειάδη για την Καθημερινή

Βουλευτικές απολαβές και προνόμια

• Το 2010 οι 300 της Βουλής θα μοιραστούν το ποσό των 42,5 εκατ. ευρώ.
• Ο μέσος όρος των μηνιαίων βουλευτικών αποδοχών ανέρχεται σε 10.000 ευρώ.
• Το 50% φορολογείται αυτοτελώς και το υπόλοιπο προστίθεται στα τυχόν άλλα εισοδήματα.
• 35 εκατ. ευρώ θα μοιραστούν μέσα στο 2010 οι συνταξιούχοι βουλευτές ή οι σύζυγοι και οι άγαμες θυγατέρες θανόντων βουλευτών.
• 4,3 εκατ. ευρώ προορίζεται για τις συντάξεις των πρώην πρωθυπουργών.
• Για την κατοχύρωση βουλευτικής σύνταξης απαιτούνται 4 χρόνια.
• Όσοι έχουν πρωτοεκλεγεί πριν από το 1993 συνταξιοδοτούνται από τα 55 τους χρόνια.
• Όσοι βουλευτές είναι άνω των 65 χρόνων λαμβάνουν ταυτόχρονα και βουλευτική αποζημίωση και
βουλευτική σύνταξη. (Αναπάντητο παρέμεινε και το ερώτημα για το πόσοι βουλευτές λαμβάνουν βουλευτική σύνταξη και πόσοι από αυτούς παραμένουν βουλευτές, εισπράττοντας ταυτόχρονα και τη βουλευτική αποζημίωση. «Ούτε ξέρω ούτε θέλω να ξέρω», μου είπε σχετικά ο γενικός γραμματέας).

Παροχές

• Κινητό τηλέφωνο (μέχρι 200 ευρώ μηνιαίως).
• 8 σταθερές γραμμές τηλεφωνίας (μέχρι 12.000 ευρώ).
• Αυτοκίνητο (το μισθώνει η Βουλή με leasing).

Καβάφης ή Νοστράδαμος ?

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Έχει μεγάλη σημασία να διαβάσει κανείς όλο το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Το πνεύμα του μεγάλου ποιητή φαίνεται πως βρίσκεται πολύ μπροστά ...

Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Ελληνοεβραίοι και ελληνοέλληνες

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Αποσπάσματα από το αγαπημένο βιβλίο "Γκέμμα" του Δημήτρη Λιαντίνη.  

Όλα καλά και περίκαλα τά ’χουμε με την πατρίδα. Με το έθνος, την ιστορία μας, και τούς «αρχαίους ημών πρόγονοι». Μόνο που ξεχάσαμε ένα. Πως εμείς οι νέοι με τους αρχαίους έλληνες έχουμε τόσα κοινά, όσα ο χασαποσφαγέας με τις κορδέλες, και η μοδίστρα με τα κριάρια. Κι από την άλλη φουσκώνουμε και κορδώνουμε, και τουρτουφίζουμε για «τσι γεναίοι πρόγονοι» σαν τι; Όπως εκείνος ο τράγος του Σικελιανού, που εσήκωνε το απανωχείλι του, εβέλαζε μαρκαλιστικά, και οσφραινότανε όλο το δείλι την αρμύρα στη θάλασσα της Κινέττας. Αλλίμονο. Η δάφνη κατεμαράνθη. Έτσι δεν εψιθύριζε ο Σολωμός στο Διάλογο κλαίγοντας; Η δάφνη κατεμαράνθη. Όταν είσαι μέσα στό μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο νά ’χεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα.
Αρχές του 1993 έγινε μια εκδήλωση στο Παρίσι από έλληνες καλλιτέχνες για την ασβολερή Κύπρο. Εκείνο το θαλασσοφίλητο νησί. Εκεί, ένας δημοσιογράφος ερώτησε τρεις τέσσερες έγκριτους έλληνες που ζουν μόνιμα στη Γαλλία μια ερώτηση καίρια. Για ειπέτε μου, τους είπε, εσείς που όντας μακρυά από την Ελλάδα βλέπετε με άλλο μάτι, το αληθινό του νοσταλγού και του πάσχοντα. Με το μάτι του Οδυσσέα. Τι γνώμη έχει το παγκόσμιο κοινό για τη σύγχρονη Ελλάδα; Τη βλέπει τάχατες και τη νομίζει όπως εμείς εκεί κάτου στο Κακοσάλεσι και στην Αθήνα; Η απόκριση που μου δώσανε και οι τέσσερες ξαναζωντάνεψε, τίμιε αναγνώστη, τις σπαθιές που δίνανε οι ντελήδες του Κιουταχή στη μάχη του Ανάλατου. Όταν πια είχε πέσει ο τρανός Καραϊσκάκης.
-Ποιά Ελλάδα, μακάριε άνθρωπε, του είπανε. Μιλάς για ίσκιους στη συνεφιά. Και για σύνεφα στην αιθρία. Για τον έξω κόσμο Ελλάδα δεν υπάρχει. Κανείς δε την ξέρει, κανείς δεν τη μελετάει, κανείς δεν τη συλλογάται. Δεν άκουσες το παλιό μοιρολόϊ;

Κλάψε με, μάνα, κλάψε με,
Και πεθαμένο γράψε με.

Άκουσε λοιπόν, και μάθε το. Και κει που θα γυρίσεις, να το ειπείς και να το μολογήσεις. Η Ελλάδα είναι σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Αν στείλει κάποτε στους ξένους κανένα παράπονο η κανένα παρακαλετό, το συζητούν πέντε δέκα άνθρωποι της διπλωματίας σε κάποιο γραφείο, και παίρνουνε την απόφαση, όπως εμείς παραγγέλνουμε καφέ στο καφενείο και στα μπιλιάρδα. Αυτή είναι η εικόνα που έχουν οι ξένοι για την Ελλάδα. Κι ο σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έτσι δεν είπε ο πασάς της Σκόντρας, όταν ακούστηκε ότι οι ραγιάδες σηκωθήκανε στο Μοριά; Τώρα γυρίστηκε η τάξη. Σουλτάνος είναι ο έλληνας πολιτικός. Λάβε την σύγχρονη Ελλάδα σαν ποσότητα και σαν ποιότητα, για να μιλήσουμε με «κατηγορίες». Κι έλα να μας περιγράψεις τι βλέπεις.

Νίκος Γκάλης vs Εθνική Ποδοσφαίρου

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Είναι μέρες που ήθελα να γράψω κάτι για την παρουσία της Εθνικής Ελλάδος στο μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής. Σήμερα ο Α.Πανούτσος έγραψε στο "Πρώτο Θέμα" κάτι που εκφράζει απόλυτα τις σκέψεις μου και γι'αυτό το αναδημοσιεύω.

Ο μεγαλύτερος αθλητής που φόρεσε τα γαλανόλευκα ήταν ο Νίκος Γκάλης. Οχι επειδή ήταν το μεγαλύτερο ταλέντο, που ήταν, αλλά επειδή έμπαινε στο γήπεδο για να κερδίσει. Εκανε το παιχνίδι του όσο καλύτερα μπορούσε, συνήθως κέρδιζε, αλλά και τις φορές που έχανε δεν είχε πει ποτέ ότι βούλωσε τα στόματα όσων τον είχαν αμφισβητήσει. Γιατί κανένας ποτέ δεν θα τολμούσε να αμφισβητήσει τον Νίκο Γκάλη. Τη στιγμή που θα το έκανε θα είχε βάλει σε αμφισβήτηση τη διανοητική του κατάσταση και όχι την αξία του Γκάλη. Αντίθετα με την Εθνική Ελλάδας, ο Γκάλης ποτέ δεν αναφέρθηκε στα παλιά του κύπελλα. Ούτε καν στο Πανευρωπαϊκό του 1987. Είχε μάθει από την Αμερική ότι είσαι τόσο καλός όσο το τελευταίο σου αποτέλεσμα. Πηγαίνοντας σε τουρνουά ποτέ δεν είχε πει «να με αφήσουν να το ευχαριστηθώ». Για ευχαρίστηση υπάρχουν το "Allou Fun Park" και οι διακοπές. Ποτέ δεν είχε ζήτησε σεβασμό. Τον σεβασμό σού τον δίνουν, δεν τον ζητάς. Και ο σεβασμός δίνεται όταν ένας αθλητής τελειώσει την καριέρα του και μπορεί να κριθεί στο σύνολό του. Ποτέ δεν είχε πει "δεν έχω να αποδείξω τίποτα".

Πως επιβιώνει ο καπιταλισμός - Z. Bauman

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Οπως το πρόσφατο χρηματοπιστωτικό τσουνάμι κατέδειξε πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία σε εκατομμύρια πρόσωπα, τα οποία οδηγήθηκαν να πιστέψουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στις τραπεζικές πρακτικές ως έγκυρες μεθόδους για να επιλύουν με επιτυχία τα προβλήματά τους, ο καπιταλισμός στην καλύτερη των υποθέσεων δημιουργεί προβλήματα, δεν τα επιλύει.

Και αυτό για έναν απλό λόγο: ο καπιταλισμός, όπως και το θεώρημα της μη πληρότητας των συστημάτων των φυσικών αριθμών του Κουρτ Γκέντελ, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα συνεπής και πλήρης. Αν είναι συνεπής με τις ίδιες του τις αρχές, εμφανίζονται προβλήματα με τα οποία αυτός δεν μπορεί να ασχοληθεί. Αρκεί να σκεφτούμε ότι τα στεγαστικά δάνεια, που διαφημίστηκαν σαν ένα εργαλείο για να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες όσων δεν είχαν κατοικία, στην πραγματικότητα πολλαπλασίασαν τον αριθμό εκείνων που ξαναβρέθηκαν χωρίς κατοικία.

Πολύ πριν ο Γκέντελ διατυπώσει το θεώρημά του, η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε γράψει τη μελέτη της για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, στην οποία υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να επιβιώσει χωρίς μη καπιταλιστικές οικονομίες. Ο καπιταλισμός μπορεί να αναπτύσσεται μόνον όσο θα υπάρχουν «παρθένες περιοχές», έλεγε, ανοιχτές στην επέκταση και στην εκμετάλλευση. Σκεφτόταν τις χώρες που έγιναν αποικίες εκείνη την εποχή. Το πρόβλημα είναι ότι, αφότου κατακτηθούν αυτές οι περιοχές, στερούνται την «παρθενικότητά» τους και έτσι εξαντλείται η πηγή από την οποία τρέφεται ο ίδιος ο καπιταλισμός.
Ο καπιταλισμός, για να το πούμε ειλικρινά, είναι ουσιαστικά ένα παρασιτικό σύστημα. Μπορεί να ευημερεί μόνον όταν βρίσκει έναν οργανισμό, τον οποίο δεν έχει ακόμη εκμεταλλευτεί, και από τον οποίο τροφοδοτείται, αλλά (ιδού το παράδοξο) δεν μπορεί να το κάνει χωρίς με αυτόν τον τρόπο να βλάψει τον οργανισμό που τον φιλοξενεί και, αργά ή γρήγορα, να υπονομεύσει τις ίδιες τις προϋποθέσεις της ευημερίας του ή ακόμη και της επιβίωσής του.

Το μέσα μάτι βλέπει

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Με αφορμή τις δύο συναυλίες των αδελφών Κατσιμίχα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αναδημοσιεύω την συνέντευξη του Πάνου Κατσιμίχα στην Athens Voice. Μετά από δέκα χρόνια πλήρους αποχής από τα μουσικά δρώμενα, με ξεκάθαρη σκέψη και δίχως ιδιοτέλεια ο άνθρωπος που με τα τραγούδια του στιγμάτισε μια γενιά επιστρέφει...

Ο Χάρης Κατσιμίχας στην πρώτη του συνέντευξη 10 χρόνια μετά …Ποτέ δεν φοβήθηκε να πει τα πράγματα με το όνομά τους.Το είχε υποσχεθεί όμως και πριν 10 χρόνια, στην τελευταία του προσωπική συνέντευξη, όταν ανακοίνωνε τη διάλυση του σχήματος αδερφοί Κατσιμίχα. «Όταν ξαναμιλήσω θα το κάνω με ονόματα και διευθύνσεις». Κι αυτό κάνει. Μιλάει χωρίς φόβο αλλά με εφηβικό πάθος για όλα, για συναδέλφους του, για τη μουσική, για τις συναυλίες που θα δώσει 10 χρόνια μετά μαζί με τον Πάνο, για την πολιτική,

για τον Γιώργο Παπανδρέου, για το τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια.

«Όταν σταματήσαμε; Για δύο χρόνια το μόνο που έκανα ήταν να κοιμάμαι, να ξυπνάω, να τρώω κάτι και να ξανακοιμάμαι. Ήμουν καπούτ! Ψυχικά και σωματικά... Από το 1985 μέχρι και τη στιγμή που σταμάτησα, η ζωή μου το μισό χρόνο ήταν να είμαι κλεισμένος νυχθημερόν σε ένα στούντιο –μέσα σε 15 χρόνια βγάλαμε 13 δίσκους– και τον άλλο μισό ταξίδι-συναυλία-ταξίδι-συναυλία-ταξίδι, ύπνος στα κλεφτά, φαγητό στο πόδι. Ξυπνούσα και έλεγα τώρα είμαι στη Λευκωσία ή στη Λάρισα; Από ένα σημείο και μετά χάνεις τελείως την αίσθηση του χρόνου και του τόπου. Κάποια στιγμή, λοιπόν, χτύπησαν όλα κόκκινο και σταμάτησα»